Monday, May 7, 2012

Bangs & Whimpers


Ρίξτε μια προσεκτική ματιά σε αυτά τα ποσοστά. Συγκρατήστε τα στο μυαλό σας. Πλην της καταψήφισης του δικομματισμού και της τιμωρίας του ή μη, της νίκης της αριστεράς και της (προσωρινής ή μόνιμης) αναδιάταξης της κεντροαριστεράς, της επιβράβευσης του ανόθευτου εθνικισμού και της πανηγυρικής υπερψήφισης του φασισμού, υφίσταται το αναντίρρητο γεγονός ότι εδώ έχουμε ίσως για πρώτη φορά την αποτύπωση μιας ακριβούς ακτινογραφίας των building blocks της ελληνικής κοινωνίας. Τώρα που τα κόμματα εξουσίας διαλύονται στα εξ ων συνετέθησαν απελευθερώνοντας τις εσωτερικές τους δυνάμεις, ανακαλύπτουμε ότι στα θεμέλιά τους βρίσκονται διάφορες ομάδες του 10-20% σε μερική ή πλήρη απροθυμία συνεννόησης για το ίδιο το πλαίσιο της πραγματικότητας. Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς τη σημασία καθοριστικών αντικειμενικών παραγόντων (πρόκειται ουσιαστικά για τις πρώτες εκλογές σε περιβάλλον έντονης κοινωνικής κρίσης εδώ και πάνω από μισό αιώνα), δεν μπορεί να μην σκεφτεί ότι, αν ένας λόγος για τον οποίο εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες τα διαφαινόμενα προβλήματα παρέμεναν άλυτα ήταν οι αδράνειες των κατεστημένων κομμάτων και η νομή της εξουσίας, ένας άλλος ήταν ίσως ότι αυτά  τα πολλαπλά στρώματα που συνωστίζονταν εντός τους αδυνατούσαν τότε όπως και τώρα να συμφωνήσουν στην κατεύθυνση των αλλαγών. Άλλωστε, στην ελληνική πολιτική κουλτούρα ο συμβιβασμός απορρίπτεται δημοσίως μετά βδελυγμίας – και αν η πολιτική είναι η τέχνη του συμβιβασμού το συμπέρασμα για την καθ’ημάς εκδοχή της είναι προφανές και ενδιαφέρον.

Κατά μία έννοια το νέο σκηνικό δεν πρόκειται να προκύψει άμεσα. Σε προηγούμενες μεταβάσεις κομματικών συστημάτων (1950, 1974) χρειάστηκαν περισσότερες της μιας αναμετρήσεις για να αποσαφηνιστούν οι τάσεις από τα συγκυριακά φαινόμενα. Δεν προβλέπεται επίσης να υπάρξει clean break σε σχέση με το παρελθόν. Αντίθετα με τη Μεταπολίτευση, η οποία υπήρξε σε μεγάλο βαθμό και γενεαλογική διαδοχή από τη γηραιά προδικτατορική πολιτική σκηνή σε μια νεότερη τάξη προσώπων, η σημερινή τομή, προς το παρόν τουλάχιστον, δείχνει περισσότερες ομοιότητες με τη δεκαετία του ’50, όπου στο χώρο του Κέντρου και της Δεξιάς συνωστίζονταν εξασθενημένα προπολεμικά κόμματα, εφήμεροι νέοι σχηματισμοί, θνησιγενή προσωποκεντρικά σχήματα και πολλαπλά οχήματα ιδεών σε αναζήτηση ακροατηρίου. Η κινούμενη άμμος του συγκεκριμένου συστήματος ποτέ ουσιαστικά δεν παγιώθηκε σε κάτι διαρκέστερο: η κυβερνητική δεξιά άλλαξε τρεις φορές φορέα έκφρασης (Λαϊκό Κόμμα, Ελληνικός Συναγερμός, ΕΡΕ), οι κεντρώες δυνάμεις παρουσίασαν αναρίθμητους μεταξύ τους συνδυασμούς και οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες διαμορφώνονταν με εξωκοινοβουλευτικές παρεμβάσεις σε μια αυταρχική δημοκρατία. Δεν στερείται σημασίας το γεγονός ότι μετριοπαθείς εν γένει (αν και σφόδρα αντικομμουνιστές, χωρίς αμφιβολία) πολιτικοί όπως οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Γεώργιος Παπανδρέου βρέθηκαν σε τουλάχιστον μία από τις εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1950-1967 να εκλέγονται με τη σημαία της αντίθετης παράταξης από εκείνη την οποία υπηρέτησαν στην υπόλοιπη θητεία τους. Αντί της εύκολης λύσης του καιροσκοπισμού, η αιτιολόγηση του συγκεκριμένου στοιχείου μάλλον πρέπει να θεωρηθεί ότι υποδεικνύει, εκτός των άλλων παραγόντων, και τη ρευστότητα της πολιτικής χωροθέτησης του όλου πλαισίου – η οποία αποδεικνυόταν με μαζικές μετατοπίσεις ψηφοφόρων από εκλογή σε εκλογή. Η σύγκριση βέβαια της σημερινής πραγματικότητας με την κατεξοχήν εποχή πολιτικής αστάθειας της σύγχρονης ιστορίας είναι περισσότερο αποτέλεσμα αίσθησης παρά τεκμηρίωσης. Κι αυτό γιατί για πρώτη φορά την τελευταία τεσσαρακονταετία βρισκόμαστε πλήρως υπό το κράτος της συγκυρίας. Διόλου τυχαία ο Fernand Braudel συνήθιζε να ονομάζει τη βραχεία διάρκεια «σκόνη της ιστορίας».   

Friday, March 30, 2012

The Rise and Fall of Max Hea(r)droom


Από τη μέρα που έσυρε το χορό της mea culpaσης ο Πέτρος Κωστόπουλος οι απολογισμοί, οι απολογίες, οι αποδόσεις ευθυνών για τη δύση της περιοδικής αυτοκρατορίας είναι τόσο της μόδας ώστε θα ήταν καλή ιδέα πιστεύω ένα θεματικό τεύχος με παρόμοιο περιεχόμενο – είτε αποχαιρετιστήριο της παλιάς είτε εναρκτήριο νέας δραστηριότητας σε μια ενδεχόμενη Δευτέρα Παρουσία του. Μια έστω και επιλεκτική ανατύπωση όσων έχουν ήδη γραφεί θα πρόσφερε διάφορα ψήγματα πληροφοριών ικανών να συγκροτήσουν mirabilia ισάξια των μεσαιωνικών.
Το κομβικό σημείο στο μακροσκελές άρθρο του Άρη Τερζόπουλου, ας πούμε, δεν είναι οι αναμνήσεις από τη συνεργασία του με τον Κωστόπουλο ή η ερμηνεία του για τα αίτια της ύφεσης στο χώρο του τύπου, είναι η παραδοχή του τρόπου με τον προέκυψε το ΚΛΙΚ και των μεθόδων λήψεις αποφάσεων ενός σημαντικού εκδότη: «Κάπως έτσι έπαιρνα τις αποφάσεις μου στα περιοδικά. Ούτε μπίζνες πλαν, ούτε μελέτες αγοράς, ούτε τίποτα. Το μόνο που μου έλεγε κάτι ήταν πάντα οι ιδέες». Χωρίς τα ελάχιστα δυνατά προαπαιτούμενα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, χωρίς βασικά εταιρικά εργαλεία, χωρίς γνώση της αγοράς, χωρίς εκτίμηση της πιθανής απήχησης, χωρίς μελλοντική προοπτική, χωρίς σχέδιο, χωρίς επεξεργασία, με βάση μόνο το προσωπικό αισθητήριο ή το καπρίτσιο, είναι αμφίβολο αν στην πορεία του χρόνου και οι καλύτερες ιδέες μπορούν να καρποφορήσουν ως οτιδήποτε άλλο παρά εκλάμψεις της στιγμής (βλ. «φούμαρα»).
Αν υποθέσουμε ότι αντικατοπτρίζει την αλήθεια, και όχι εκ των υστέρων απόπειρα περαιτέρω μυθοποίησης της ήδη θρυλικής περίστασης της γέννησης του εν Ελλάδι lifestyle, το συγκεκριμένο χωρίο του Άρη Τερζόπουλου συνιστά απλώς ομολογία ερασιτεχνισμού. Και μπορεί για κάποιους μια τέτοια νοοτροπία να θεωρείται αποκορύφωμα αυθορμητισμού, παράσημο μιας ηρωϊκής εποχής της δημοσιογραφίας (αν και οι προαναφερθέντες όροι επαγγελματισμού εξακολουθούν να αποτελούν σε μεγάλο βαθμό και σήμερα terra incognita για τα περισσότερα συγκροτήματα του εν λόγω χώρου), υποδεικνύει όμως επίσης ότι η συγκρότηση του κατηραμένου πλέον lifestyle ως συνάντηση δημιουργών και κοινού ήταν περισσότερο συγκυριακή παρά νομοτελειακή εξέλιξη. Τεκμηριώνει, από την άλλη πλευρά, την υποψία ότι το εξώφυλλο του πρώτου ΚΛΙΚ δεν εξακολουθεί συμπτωματικά να αποκαλεί τον Max Headroom «Max Heardroom» μετά 25 έτη: αν σε «πέντε λεπτά» αποφασίζεις αντί περιοδικού πολύ μικρού σχήματος να βγάλεις κάτι «σαν το Acuel με ωραίες μεγάλες φωτογραφίες και άλλα θέματα», αν «στα περιοδικά» η απουσία συγκροτημένου σχεδιασμού παρουσιάζεται ως θεμιτή μεθοδολογία, αν ο πυρήνας της σύλληψής τους είναι αποκλειστικά αφηρημένες «ιδέες», τότε η ανακρίβεια ξεφεύγει από τα όρια της αβλεψίας, γίνεται δομικό στοιχείο της ύπαρξής τους. Και ως εκ τούτου μάλλον δεν έχει νόημα τελικά να μιλάμε για (τυχαίες) «ανόδους» και (αναπόδραστες) «πτώσεις».

Friday, March 2, 2012

A Sense of an Ending

Είναι κάποιοι άνθρωποι που τους παρακολουθείς από τις λέξεις τους. Έχεις χάσει στην πορεία της ζωής την επαφή και δεν πιστεύεις στον ιδρυτικό μύθο του Facebook ότι υπάρχει δεύτερη ευκαιρία διαδικτυακής ανάσυρσης μιας προηγούμενης ανθρώπινης γνωριμίας. Δεν παύεις όμως να παρατηρείς κατά καιρούς τα έντυπα ίχνη τους, προνόμιο όσων βρήκαν κατά κάποιο τρόπο τον δρόμο προς την κοινή παρελθοντική επιστήμη. Οι απουσίες από το χαρτί δεν ξενίζουν – είναι ίδιον της συγγραφής να αναδιπλώνεσαι, να επεξεργάζεσαι, να συνθέτεις και κατόπιν να επανέρχεσαι με τις υποθέσεις εργασίας, τα πορίσματα, τα συμπεράσματά σου. Υπάρχει μια κρίσιμη ηλικία όπου το publish or perish ίσως και να μην διατηρεί την ακατάλυτη ισχύ του, μια και πέφτεις στο ιδιότυπο δόκανο της επαγγελματικής και της οικογενειακής αποκατάστασης. Είναι παράξενο λοιπόν να σου αναγγέλουν σε ανύποπτο χρονικό διάστημα οι λέξεις άλλων ότι η συγκεκριμένη απουσία είναι οριστική, τελική, απόλυτη. Είναι παράξενο να διατρέχεις το χαρτί μιας ανύποπτης έκδοσης σε ανύποπτο χρόνο για να αντιληφθείς ό,τι μπορείς από την απόλυτη λιτότητα της πληροφορίας. Είναι παράξενο να μαθαίνεις ότι κάποιος δεν υπάρχει πια από μια αφιέρωση σε βιβλίο.

Thursday, February 9, 2012

Αναμετάδοση σχολίου

(Από τη συζήτηση για την «Ελλάδα του ομορφάντρα» στο κονάκι του Sraosha.)

Τα πρότυπα και η λειτουργία της διαφήμισης εν Ελλάδι θα μου φαίνονταν πιο πρόσφορο κειμενικό έδαφος για κάτι με τον τίτλο της κ. Ταχιάου. Γιατί την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον η εισαγωγή τεχνογνωσίας από το εξωτερικό και η συμπόρευση σε αρκετά σημεία με το σεναριακό ύφος και τα τεχνάσματα των ευρωπαϊκών ή αμερικανικών διαφημιστικών αντιστοίχων συνοδεύτηκε από την ηθελημένη ή μη, ανάλογα με την περίπτωση, προβολή υποκείμενων ιδεολογικών ή αξιακών επιλογών. Το πρόβλημα της Τ. δεν είναι η «Ελλάδα του ομορφάντρα», το πρόβλημά της είναι η Ελλάδα του Rexona και της μασχάλης του Νίκου Αναστόπουλου, το οποίο θέλει να χώσει στον ζουρλομανδύα των μεταφορών και να το μετατρέψει σε οντολογικό ζήτημα. Προσωπικά, δυσκολεύομαι να δω πώς μπορούμε να φτάσουμε από εκεί στην Ελλάδα της δραχμής ακολουθώντας το δρόμο της λογικής συνάρτησης, αλλά δεν βαριέσαι, μπορεί αυτό να είναι δικό μου πρόβλημα. Εξάλλου, το άθλημα του λογικού άλματος εις μήκος είναι το αγαπημένο πολλών δημοσιολόγων (απανταχού της Γης, για να μην θεωρηθεί ότι κάνω διακρίσεις). Το ζήτημα του «ομορφάντρα», ωστόσο, όπως και του «φανταστικού τροχονόμου» ή του «Τυχαίο; Δεν νομίζω!» είναι η ανταλλαγή στερεοτύπων μεταξύ διαφήμισης και κοινωνίας. Η διαφήμιση αντλεί από τους κοινούς κώδικες επικοινωνίας (με το qualifier του αυτοσαρκασμού της, ενίοτε) προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει για να περάσει το δικό της (αγοραστικό) μήνυμα προσφεύγοντας στη δεξαμενή αξιακών αποθεμάτων των δεκτών. Ωστόσο, η διαφήμιση παραλλάσσει, μετατρέπει, εξιδανικεύει, οπωσδήποτε εξημερώνει - πρότυπα, στερεότυπα, ιδεότυπους: Ο «τυχαίος δενομίζως» παραλαμβάνεται ως αναπαράσταση της ελαφρώς ασουλούπωτης ιδιοφυΐας, επιστρέφοντας στο κοινό ως harmless διασταύρωση φωτεινού παντογνώστη επιστήμονα και κλεισομάτη συνωμοσιολόγου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εκείνο που νομιμοποιεί η διαφήμιση, αν μπορώ να κρίνω από τις χρήσεις της φράσης που έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου στο ενδιάμεσο, είναι η εξομοίωση του ορθολογικού με το λογικοφανές: μπορώ να προβάλω οποιαδήποτε αιτία ως απόδειξη οποιασδήποτε πρότασης, αρκεί να της δώσω τον τίτλο του «αιτίου». Το εννοιολογικό φορτίο της διαφήμισης έχει σημασία όχι τόσο ως ακριβής αντικατοπτρισμός στάσεων και συμπεριφορών, μια και αποτελεί παιχνίδι κατόπτρων, αλλά ως διαδικασία επιλογής και διασύνδεσης - αυτών που ακουμπά και αυτών που αποφεύγει, αυτών που συνάπτει και των τρόπων με τους οποίους τα συνάπτει. Υπάρχει κοινό αφήγημα της ελληνικής διαφήμισης; Ίσως, αλλά μάλλον δεν είναι η «Ελλάδα του ομορφάντρα» και μάλλον δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό: η αποενοχοποίηση της κατανάλωσης αποτελεί συλλογικά δυτικό φαινόμενο και δανεικά όνειρα μπορείς να αγοράσεις παντού από καταβολής πιστωτικής κάρτας.

Thursday, December 29, 2011

Εφραιμιτών τινών μνεία

Η καθαρτήριος ισχύ της σκούπας, όπως ρητά επιβεβαιώθηκε διά της αγίας ράβδου μεταξύ Ελληνορθοδόξων και Αρμενίων στο ναό της Γέννησης στη Βηθλεέμ, επιδέχεται αναμφίβολα πολλαπλών αναλύσεων: περί εκκοσμίκευσης και θρησκείας, περί ορθού λόγου και Διαφωτισμού, περί νου και ψυχής, περί καθαρού και βρώμικου (κατεξοχήν). Ωστόσο, προσωπικά μου θύμισε μία από τις πιο αξιομνημόνευτες σκηνές του Μπαουντολίνο του Ουμπέρτο Έκο· όπου ο ομώνυμος ψεύτης, αφού έπειτα από πλήθος περιπετειών έχει φτάσει το βασίλειο του Ιωάννη του Πρεσβύτερου, αξιώνεται να συναντήσει ένα από τα διασημότερα miracoli των μεσαιωνικών κειμένων – τους Σκιάποδες. Ο ράθυμος Σκιάπους στα γρήγορα τον εμπλέκει σε μια θεολογική συζήτηση (το μεσαιωνικό αντίστοιχο της κουβέντας για το ποδόσφαιρο), στην οποία ο πρωταγωνιστής κάνει το λάθος να εισάγει μια άλλη τερατώδη φυλή, τους Πανώτιους. Στο άκουσμά τους ο συνομιλητής του αποκτά μια λίαν επιτιμητική όψη και κατακεραυνώνει όλο τους το σόι με την απαξιωτική έκφραση «Αυτοί; Αυτοί είναι αρτοτυρίτες!» – δήλον ότι η πρακτική τους περί θείας μετάληψης εστιάζεται (άπαγε!) στην κοινωνία με ψωμί και τυρί. Αγαπητέ Σκιάπου, άρον το σάρωθρόν σου και περιπάτει.

Tuesday, October 25, 2011

Επιλογή εννοιών από τη γλώσσα της ζούγκλας

Η «βία» επικροτείται στο πλαίσιο της ανάγκης διατήρησης του νόμου και της τάξης – αλλά και αποκτά ελαφρυντικά στο πλαίσιο της αντίστασης κατά του εχθρού. Η «προδοσία» διαφόρων προεξοφλείται – είναι ορκισμένοι στους εχθρούς, άρα αίρεται η απαγόρευση της βίας εναντίον τους. Ο «εχθρός» είναι πανταχού παρών, προδότης – και δεν πειράζει αν του ασκηθεί και βία. Ο «δωσιλογισμός» είναι γεγονός από τις περιστάσεις τις ίδιες – και το ερώτημα είναι αν η βία κατά των προδοτών που ενέδωσαν στον εχθρό θα λάβει νομικό χαρακτήρα ή θα επικρατήσουν ανεπίσημες μορφές της. Ο «σεξουαλικός προσανατολισμός» του εχθρού αμφισβητείται – και ποιος είπε ότι στο σεξ δεν εμπεριέχεται βία;

Γράφοντας για το εννοιολογικό πλαίσιο του δημόσιου λόγου στο οποίο εκτυλίχθηκε η épuration των γάλλων διανοουμένων μετά το τέλος της γερμανικής Κατοχής, ο Tony Judt στις σελίδες 49-54 από το Past Imperfect: French Intellectuals, 1944-1956 θυμίζει κάτι που προοδευτικά, ενδεχομένως αδιόρατα συντελείται γύρω μας, μεταμορφώνοντας ανθρώπους και απόψεις όσο η κατάρρευση των οικονομικών βεβαιοτήτων συμπαρασύρει ολόκληρο το πολιτισμικό συνεχές. Όσοι επιχειρούν να διατηρήσουν την όποια ψυχραιμία τους έχει απομείνει ενώ everything that was solid melts into air, και με τεκμήριο αυτή να συνεχίσουν να παρατηρούν τα πράγματα, να αναγνωρίσουν το δίκαιο της οργής αλλά και τους κινδύνους της, να κατανοήσουν το αναπόφευκτο της εκτόνωσης αλλά και την πιθανότητα εκτροπής της, να επισημάνουν τη δυναμική του πλήθους στο δρόμο αλλά και να διερωτηθούν για το εφικτό της μετεξέλιξής της σε ουσιαστική πολιτική παρέμβαση, να απαριθμήσουν τις παθογένειες του πολιτεύματος αλλά και να σταθμίσουν τις κατακτήσεις του σε σχέση με το αυταρχικό παρελθόν, να αποτιμήσουν τη δυσχέρεια διαχείρισης των πολλαπλών πτυχών της κατάστασης αλλά και την απύθμενη αναπηρία ιδεών των διαχειριστών της, να απελπιστούν με το μέγεθος της τυφλότητας των ευρωπαίων ηγετών αλλά και να αναρωτηθούν για το τι κείται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν παρά να αισθάνονται ότι τους περιμένει το περιθώριο του τετραδίου. Δεν είναι απλώς η επικράτηση της φωνασκίας: η ελληνική κοινωνία, όπως και οι κατά Ervin Goffman λοιπές θεατρικές κουλτούρες της Μεσογείου, ελκόταν και έλκεται από το μπαλκόνι, την τηλεοπτική κορώνα, τη στεντόρεια φωνή της ντουντούκας – και είμαστε συνηθισμένοι στο εμπνευσμένο μπινελίκι που περνούσε για επιχείρημα στα σχόλια από καταβολής διαδικτύου. Οι τωρινές κραυγές είναι ποιοτικά διαφορετικές και, όπως στην περίπτωση της μεταπολεμικής Γαλλίας, χρησιμοποιούν συγκεκριμένο εύρος «τρόπων» για την άρθρωσή τους: η αποδοχή της βίας ως θεμιτού μέσου επίλυσης διαφορών, η αναγόρευση του ιδεολογικού αντιπάλου στο επίπεδο του εχθρού και οι κατηγορίες για προδοσία είναι ήδη εδώ, η σεξουαλική καταγγελία των δωσιλόγων ίσως να έπεται.

Δεν μιλάμε εδώ για ιδεολογικά χάσματα, για τη ριζοσπαστικοποίηση τάσεων, για τη δικαίωση πολιτικών θέσεων και την απόρριψη άλλων. Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα, είτε πρόκειται για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε πρόκειται για τη μπλογκόσφαιρα, ανεξαρτήτως διαχωριστικών γραμμών, εμφανίζει σημεία αποδοχής της μισαλλοδοξίας ως κανονιστικής αρχής και απαξίωσης της ετεροδοξίας, όχι πλέον με όρους απλής ασυμφωνίας, αλλά με όρους κατηγορικής προσταγής και δαιμονοποίησής της. Η γλώσσα της ζούγκλας, όταν επικρατήσει, δεν κάνει πια διάκριση ειδών – ο 20ός αιώνας είναι αψευδής μάρτυρας γι’ αυτό. Στο παρασκήνιο οικονομικών επιβολών, πολιτικών επιλογών ερήμην μας, κινδύνων κρατικής κατάρρευσης και κοινωνικού εκτροχιασμού, καταστολής, δακρυγόνων και μολότοφ γωνία, συγκροτούνται στρατόπεδα σκέψης. Και η περιχαράκωση των λέξεων εντός τους αφήνει για την κριτική στάση έναντί τους ένα no mans land, στο οποίο όσοι τολμήσουν να περιπλανηθούν θα μπορούν να πυροβολούνται ελεύθερα. Γιατί μην περιμένετε πια διακανονισμούς και διαιτητές. Στην εποχή της πόλωσης, ο δημόσιος λόγος αστυνομεύεται από έννοιες.

Wednesday, September 21, 2011

The Unimportance of Being Earnest

To Newsweek είχε καταντήσει για πολλούς εκνευριστικό προτού αρχίσει να χρησιμοποιεί κατά κόρον στους πλάγιους των κειμένων του τη φράση «heres what» (ή εναλλακτικά «how to») στην αγωνιώδη προσπάθειά του να φανεί χρηστικό. Το ότι σε άλλον ένα τίτλο υποκύπτει στον αγαπημένο αγγλοσαξονικό μαζοχισμό της ευκολίας του «Greek Tragedy» για ό,τι αφορά ελληνικό θέμα ίσως το ξεπερνά κανείς φορτώνοντάς το στο Daily Beast σιχτιρίζοντας παράλληλα τη δικτατορία του deja vu, δεν μπορεί να προσπεράσει όμως το υπόλοιπο. Οτιδήποτε ξεπετάει την κρίση χρέους της ευρωζώνης σε δύο γραμμές, υπό το πρίσμα του αφορισμού «το ελληνικό φιάσκο αποτελεί το αποτέλεσμα συνένωσης αταίριαστων οικονομιών», καταφέρνει να εφεύρει αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση στη διάλυση της «Λατινικής Νομισματικής Ένωσης» του 19ου αιώνα και ανακαλύπτει φαεινές ιδέες μαγικών λύσεων για τη βέβαιη αναταραχή των αγορών σε ενδεχόμενο ελληνικής πτώχευσης στην εξαγορά ισπανικών και ιταλικών ομολόγων από την ΕΚΤ υπό τον όρο της ντιρεκτίβας της αρθρογράφου περί «πλήρους εξάλειψης της δαπανηρής και άχρηστης [ιταλικής] επαρχιακής διοίκησης» έχει αξία για τον σημερινό αναγνώστη μόνο ως άσκηση ύφους για το επίπεδο των αγγλικών του και για τον μελλοντικό μελετητή ως υλικό διδακτορικής διατριβής περί της Greater Depression. Το κείμενο της Rosemary Righter είναι ενδεικτικό της δοκησισοφίας που κυκλοφορεί ελεύθερη στα διεθνή (και εγχώρια, εννοείται) έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα οπλισμένη με την υποτιθέμενη ετικέτα της κοινής λογικής και το υπολογισμένο θράσος της πρόκλησης ως υπέρτατης αξίας. Dear Rosemary, στον σημερινό κόσμο των αφηνιασμένων αγορών δεν υπάρχει πια «country of little importance» – όπως, για άλλους λόγους, δεν υπήρχε και το 1938 όταν η Τσεχοσλοβακία της συμφωνίας του Μονάχου ήταν η «faraway country with people of which we know nothing».